επιλέκτης

ἐπιλέκτης, ό (Μ) [επιλέγω]
συλλέκτης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιλέκτης — collector masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλεκτῶν — ἐπιλέκτης collector masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλέκτην — ἐπιλέκτης collector masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλέκτα — ἐπιλέκτᾱ , ἐπιλέκτης collector masc nom/voc/acc dual ἐπιλέκτης collector masc voc sg ἐπιλέκτᾱ , ἐπιλέκτης collector masc gen sg (doric aeolic) ἐπιλέκτης collector masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στωμυλιοσυλλεκτάδης — ὁ, Α αυτός που συλλέγει φλυαρίες. [ΕΤΥΜΟΛ. Κωμικός σχηματισμός < στωμύλος «φλύαρος» + αμάρτυρο στην Αρχαία *συλλέκτης (< συλλέγω, πρβλ. επίλεκτης) + επίθημα άδης (πρβλ. γενν άδης)] …   Dictionary of Greek

  • Ακτή Ελεφαντοστού — Κράτος της δυτικής Αφρικής.Συνορεύει στα Α με την Γκάνα, στα Β με την Μπουρκίνα Φάσο (ΒΑ) και το Μάλι (ΒΔ), στα Δ με τη Γουινέα (ΒΔ) και τη Λιβερία (ΝΔ), ενώ στα Ν βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Α.Ε. δεν… …   Dictionary of Greek

  • Ζάρμπας — Επώνυμο οικογένειας αγωνιστών του 1821. 1. Βέικος. Αρχηγός επίλεκτης οικογένειας του Σουλίου, ονομαστός για τους αγώνες του εναντίον του Αλή πασά. Το 1803, μετά την καταστροφή του Σουλίου, υπηρέτησε στα στρατιωτικά σώματα της Κέρκυρας. 2. Λάμπρος …   Dictionary of Greek

  • ἐπιλέκτου — ἐπίλεκτος chosen masc/fem/neut gen sg ἐπιλέκτης collector masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.